σαγήνευση

η, Ν
η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σαγηνεύω, άσκηση γοητείας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σαγηνεύω. Η λ., στον λόγιο τ. σαγήνευσις, μαρτυρείται από το 1888 στον Αντ. Φραβασίλη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαγήνευση — η σαγήνευμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σαγηνεύσῃ — σαγηνεύω surround and take fish with a drag net aor subj mid 2nd sg σαγηνεύω surround and take fish with a drag net aor subj act 3rd sg σαγηνεύω surround and take fish with a drag net fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θέλξη — η (AM θέλξις) [θέλγω] γοητεία, σαγήνευση, τέρψη …   Dictionary of Greek

  • σαγήνευμα — και σαγήνεμα, το Ν σαγήνευση. [ΕΤΥΜΟΛ. < σαγηνεύω. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν τού Άγγ. Βλάχου] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.